διακώλυμα

διακώλῡμα , διακώλῡμα
hindrance
neut nom/voc/acc sg
διακώλυμα
hindrance
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακωλύμασι — διακωλύ̱μασι , διακώλῡμα hindrance neut dat pl διακώλυμα hindrance neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακωλύμασιν — διακωλύ̱μασιν , διακώλῡμα hindrance neut dat pl διακώλυμα hindrance neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακωλύματα — διακωλύ̱ματα , διακώλῡμα hindrance neut nom/voc/acc pl διακώλυμα hindrance neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.